Εργαστηριακή διερεύνηση αλλεργικών παθήσεων

2018-04-25

Η αλλεργική νόσος είναι το αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης ανάμεσα στο περιβάλλον (αλλεργιογόνα) και στο ανοσοποιητικό σύστημα του ανθρώπου. Αυτή η αλληλεπίδραση έχει ως συνέπεια την απελευθέρωση της ισταμίνης και άλλων ουσιών και την συνακόλουθη εκδήλωση των συμπτωμάτων της αλλεργίας, που μπορεί να αφορούν στο αναπνευστικό σύστημα, στο πεπτικό σύστημα, στο δέρμα και αλλού και να ποικίλουν σε βαρύτητα από μια απλή ρνίτιδα ή επιπεφυκίτιδα μέχρι μια σοβαρή ασθματική κρίση ή το αλλεργικό shock.

Η διάγνωση γίνεται συνήθως βάσει του ιστορικού και της κλινικής εξέτασης και δευτερευόντως με τη βοήθεια των δερματικών δοκιμασιών. Εντούτοις, υπάρχουν εργαστηριακές εξετάσεις που αποτελούν χρήσιμο εργαλείο, όχι μόνο στη διάγνωση αλλά και στην εκτίμηση της έντασης των αλλεργικών εκδηλώσεων. Αυτές οι εξετάσεις είναι οι Δοκιμασίες RAST (που είναι ειδικές για κάθε αντιγόνο), η Τρυπτάση και η Ισταμίνη (μεσολαβητές της αλλεργικής αντίδρασης) και η Ολική Ανοσοσφαιρίνη IgE και τα Ηωσινόφιλα (μη ειδικοί δείκτες αλλεργίας). Ας γνωρίσουμε αναλυτικότερα τη βοήθεια που μπορεί να μας προσφέρει το Εργαστήριο:

Δοκιμασίες RAST

Αυτές οι δοκιμασίες, όπως προαναφέρθηκε, είναι ειδικές για κάθε αλλεργιογόνο και εμφανίζουν ορισμένα πλεονεκτήματα σε σχέση με τα δερματικά test, κατά τα οποία το αλλεργιογόνο ενίεται στο δέρμα του εξεταζόμενου. Είναι εύκολη και ασφαλής εξέταση (που δεν κρύβει κάποιο κίνδυνο εκδήλωσης σοβαρής αλλεργικής αντίδρασης), η οποία γίνεται με μια αιμοληψία (και όχι με πολλά «τσιμπήματα» βελόνας στο δέρμα) και μπορεί να εκτελεστεί σε όλες τις ηλικίες (από τη βρεφική μέχρι την τρίτη ηλικία), ακόμη και σε άτομα που λαμβάνουν φάρμακα (αντιισταμινικά ή άλλα), έχουν δερματικές παθήσεις (πχ. έκζεμα, δερματίτιδα, ψωρίαση) ή δερμογραφισμό. Ως μειονεκτήματα των RAST έναντι των δερματικών test αναφέρονται το υψηλότερο κόστος τους, το γεγονός ότι είναι πιο χρονοβόρα ως εξέταση και το ότι έχουν ελαφρώς χαμηλότερη διαγνωστική ευαισθησία. Συγκεκριμένα, ένα θετικό αποτέλεσμα τεκμηριώνει την ευαισθητοποίηση έναντι συγκεκριμένου αλλεργιογόνου (και όχι απαραίτητα την αλλεργία), ενώ ένα αρνητικό αποτέλεσμα δεν αποκλείει την αλλεργία. Επιπλέον, σε κάποιες περιπτώσεις οι δοκιμασίες αυτές μπορούν να παραμείνουν θετικές σε άτομα που στο παρελθόν είχαν αλλεργία, η οποία πλέον δεν είναι κλινικά σημαντική. Παρά τα μειονεκτήματά τους, υπάρχουν στις μέρες μας εμπορικά διαθέσιμα RAST έναντι εκατοντάδων αλλεργιογόνων (τροφίμων, γυρεοαλλεργιογόνων, φαρμάκων, χημικών κλπ.) και η λελογισμένη χρήση τους είναι εξαιρετικά διαδεδομένη.

Μεσολαβητές αλλεργικής αντίδρασης

Η Τρυπτάση είναι μια ουσία που εκκρίνεται από τα μαστοκύτταρα (μια κατηγορία κυττάρων που διαδραματίζουν καίριο ρόλο στην εκδήλωση αλλεργίας). Εκκρίνεται στο αίμα αμέσως μετά την αλλεργική αντίδραση και φτάνει στα υψηλότερα επίπεδά της 1-2 ώρες αργότερα, γι αυτό πρέπει να μετριέται το συντομότερο δυνατόν (και σίγουρα όχι μετά την παρέλευση διαστήματος μεγαλύτερου από 4 ώρες, από την έναρξη των συμπτωμάτων). Μια ειδική χρήση της Τρυπτάσης είναι η αξιολόγηση του κινδύνου εμφάνισης σοβαρής αντίδρασης σε άτομα αλλεργικά σε δηλητήρια υμενοπτέρων (μέλισσας/σφήκας).

Η Ισταμίνη αυξάνεται ακόμη πιο γρήγορα στο αίμα φτάνοντας στα υψηλότερά της επίπεδα 5-10 λεπτά μετά την αλλεργική αντίδραση και επιστρέφει σε φυσιολογικά επίπεδα εντός 30-60 λεπτών, γεγονός που καθιστά την εργαστηριακή χρήση της μη πρακτική.


Μη ειδικοί δείκτες αλλεργίας

Η Ολική Ανοσοσφαιρίνη IgE και τα Ηωσινόφιλα αποτελούν βασικά στοιχεία ενός μηχανισμού που αρχικά δημιουργήθηκε για να προστατεύει τα σπονδυλωτά από τα παράσιτα, όμως με τη βελτίωση των συνθηκών υγιεινής και τη μεγάλη μείωση των παρασιτικών λοιμώξεων ανευρίσκονται πλέον κυρίως σε περιπτώσεις αλλεργίας. Ακριβώς επειδή δεν είναι ειδικοί δείκτες αλλεργίας, πρέπει κανείς να έχει υπόψιν του ότι μπορεί να είναι αυξημένοι και σε μια σειρά άλλων καταστάσεων άσχετων με αλλεργία όπως νεοπλασίες (πχ. λέμφωμα Hodgkin), αυτοάνοσες παθήσεις (πχ. αγγειίτιδες) κλπ. Αντίστροφα, είναι δυνατόν μια σημαντική αλλεργική αντίδραση να εξελίσσεται χωρίς η Ολική IgE και τα Ηωσινόφιλα να αυξάνονται.

Γίνεται φανερό από τα παραπάνω ότι οι εργαστηριακές δοκιμασίες δεν αποτελούν πολυτέλεια αλλά σημαντικό βοήθημα στη διάθεση του κλινικού Ιατρού και η τεκμηριωμένη χρήση τους συμβάλει στην ολοκληρωμένη προσέγγιση του αλλεργικού ασθενούς.


Πηγές:

  1. Australasian Society of Clinical Immunology and Allergy
  2. https://emedicine.medscape.com
  3. https://www.webmd.com
  4. https://www.verywell.com